20120428

I am Vladimir

Triptykon-My Pain

Listen!
Άκου!
If they kindle the stars --
άν ανάβουνε τα άστρα --
well then -- somebody needs it?
τότε -- κάποιος τα χρειάζεται;
Then -- somebody wants them out there?
τότε -- κάποιος τα θέλει εκεί έξω;
Then -- somebody calls these tiny gobs
τότε -- κάποιος τα λέει μικροσκοπικές μάζες
pearly?
μαργαριταρένιες;
And sweating blood
Και ιδρωμένο αίμα
in the blizzards of midday dust,
στις χιονοθύελλες της μεσημεριανής σκόνης,
rushes up to god,
ορμά ως τον Θεό,
is afraid of being late,
φοβάται ότι θα αργήσει,
weeps,
κλαίει,
kisses his sinewy hand,
φιλά το νευρικό χέρι του,
begs -- 
ικετεύει --
that there be a star, without fail! --
ότι θα υπάρχει ένα αστέρι, που δεν πέφτει!--
swears --
ορκίζεται --
he won't survive this starless torment!
ότι δε θα αντέξει το άναστρο μαρτύριο!
And then walks about uneasy,
Και περπατά κάπως ανήσυχα,
but calm on the surface.
αλλά με επιφανιακή ηρεμία.
Says to somebody:
Λέει σε κάποιον:
"Now you're ok, right?
"Είσαι καλά,έτσι;
Not afraid?
Δέ φοβάσαι πιά;
Right?!"
Σωστά;!"
Listen!
Άκου!
If they kindle the stars --
Άν ανάβουνε τα άστρα --
then -- somebody needs it?
τότε -- κάποιος τα χρειάζεται;
Then -- it is essential
Τότε -- είναι ουσιώδες
that at least one star lights up
ότι τουλάχιστον ένα αστέρι, ανάβει
over the roofs
πάνω από τις στέγες
                                                                                                        every night?!
                                                                                                        κάθε νύχτα;!

20120427

The Fear

PORTISHEAD---PLASTIC

Μανα,φοβάμαι
που είναι ο έρωτας που υποσχέθηκες?

οι φωτεινοί μονόδρομοι,τα φωτεινά μονοπάτια που εξυμνούσες
γεμίσανε λάσπες και μάσκες
που να ξερα πως όλα είναι δρόμος

τα ανούσια, μηχανικά χαμόγελα, βομβαρδίζουνε απέχθεια το εγώ μου
η παγωμένη ηδονή των λυσασμένων αδερφών μου, έρχεται καθημερινά σαν εξιλέωση
το ξέρεις όμως πως δεν φτάνει

φοβάμαι
γιατί ο έρωτας έφυγε
η μόνη μου φλόγα,δεν κράτησε αρκετά
και τώρα, κερί σβησμένο, πως να ζεστάνει

φοβάσαι
την υπακοή μου
κατα βάθος ελπίζεις, εκλιπαρείς
να μη σε άκουγα
να φεύγαμε όλοι
σε φάτνη να ζούσαμε
και να ξέραμε ότι εκεί γεννιέται η σωτηρία μας

μάνα
που είναι ο έρωτας που τόσα χρόνια με έκαιγε
και με κατέτρωγε σχεδόν ολόκληρο
και με άφηνε μόνο μου,με τον αγνό εαυτό μου
χωρίς το λίπος των καθημερινών ψέυτικων απολαύσεων
χωρίς το ξεχασμένο προσωπείο που με προφυλάσε από τη βλαβερή πραγματικότητα

μάνα ξέρεις,ότι δε με έμαθες
να ζω με λίγα
μέχρι να μπορώ
-σαν θαύμα πια-
να φτιάχνω μόνος μου τον εαυτό μου

φοβάμαι
ότι ίσως έχουν δίκιο
και ο παράδεισος, απλώς δεν υπάρχει

this is Paul-Hjelm

pt1

M 81- Thanasis Papakonstantinou

το τριχωτό του χέρι έπιανε χαλαρά τον γραφίτη.τον πίεζε όσο χρειαζόταν για να αφήσει το στίγμα του.
το απολυθωμένο χαρτί,μαύριζε με αριθμητικές λέξεις,με γράμματα που απεικόνιζαν αριθμούς.
ήξερε που έπρεπε να φτάσει.όμως δεν ήξερε τον τρόπο.
αρχικά ξεκίνησε με την πιό απλή μέθοδο.λογικά και λογικό.
κάποια στιγμή έφτασε.
νόμισε ότι είχε στα χέρια του οκαμικό ξυράφι.
έκατσε να το ευχαριστηθεί για λίγο.
και μετά το ξαναέπιασε.
το χαρτί όμως,δε του μίλαγε.
κάπου είχε κάνει ένα λάθος.
έκανε άλματα.λογικά και νοητά.
νόμιζε οτι δε τα έβλεπε,ή μπορεί να μην ήθελε να τα δει.
στη συνέχεια,εκνευρίστηκε.δεν μπορούσε να βρεί την λύση με αυτή τη μέθοδο.
όντας βεβαίως ειλικρινής.όποτε έκανε άλματα,διέγραφε το βήμα.
πέρασε καιρός που προσπαθούσε να βρεί άλλο δρόμο.
το σταυροδρόμι όμως είχε μόνο 4 δρόμους.
και μόνο ο ένας πήγαινε μπροστά.
ο οποίος ήταν λάθος.
εκνευρίστηκε.
ο εκνευρισμός έγινε αγανάκτηση.
η αγανάκτηση τσαντίλα και η τσαντίλα μίσος.
μίσος για την αποτυχημένη μέθοδο.
το χαρτί φοβήθηκε.
τότε,μεσα στον θυμό του,το πιασε και το τσαλάκωσε.με μίσος.
είχε στο χέρι του όλα όσα δημιουργούσε τα τελευταία χρόνια.και τα πέταξε.
τα πέταξε στο άνοιγμα που δημιουργούσε η σκάλα.
εκεί από όπου έμπαινε το λιγοστό φως μέσα στο πέτρινο πατάρι.
μετά από το ξέσπασμα,και την τσαντίλα,προσπάθησε να συγκεντρωθεί.
"τι έφταιξε?" αναρωτιόταν.
κοιταγόταν στην λιμνούλα που είχε σχηματίσει το νερό που έσταζε μέσα από το βουνό.
έβλεπε μια μπάλα.το μαλλί του ήταν σγουρό και τα μούσια του γεμάτα.
γεμάτα όμως,όχι προς τα κάτω.ομοιόμορφα κατανεμημένα σε όλο το πιγούνι του.
αποφάσισε να βρεί άλλο τρόπο.
πήρε το θάρρος που χρειαζόταν.
σηκώθηκε και πήρε το μολύβι.
έγραφε.
ήταν τελείως διαφορετικό.
εξωπραγματική μέθοδος.
φαινόταν ότι είχε δυσκολευεί αρκετά για να την βιώσει.
και ένιωθε το μάτι του να γυαλίζει.
μια φλόγα έκαιγε.δεν τρεμόπαιζε.έκαιγε σταθερά και δυνατά.
ήξερε ότι η διαφορετική μέθοδος θα του δώσει νέο χώρο για νέες ιδέες.
θα έπρεπε όμως να τον δημιουργούσε.
και για τον δημιουργήσει θα έπρεπε να βιώσει διαφορετικά τον κόσμο.
να αλλάξει όχι οπτική γωνία.αλλά οπτική θέση.
ήταν πολύ ζημιογόνο.
του κόστιζε προσαρμογή.
και η προσαρμογή απαιτούσε χρόνο,και ηρεμία.
όμως του άρσε.
γιατί ένιωθε οικειότητα.
ένιωθε σπίτι.
και συνέχιζε να γράφει.ήρεμος και με ειρμό και οίστρο.
το βλέμα του είχε κάτι το γαλήνιο.πλησίαζε.αργά αλλά σταθερά.
και αποκτούσε αυτοπεπείθηση και ικανοποίηση.
έμοιαζε τελειωμένη δουλειά.
και τότε έγινε αυτό που φοβόταν.
το πήρε πολύ ψύχραιμα.
έφτασε σε αδιέξοδο.δεν ήταν ότι δεν βρισκόταν στο σωστό σημείο.
ήταν ότι βρισκόταν πάλι,στο ίδιο σημείο.
δεν μπορούσε να βρεί την λύση με αυτή τη μέθοδο.
ήταν η παλιά,αποτυχημένη μέθοδος.
αυτή που τον κράτησε τόσο καιρό να προσπαθεί άσκοπα να βρεί το σωστό δρόμο του αδιεξόδου.
εκνευριζόταν.
μετά από χρόνια,ο εκνευρισμός έγινε αγανάκτηση.
η αγανάκτηση τσαντίλα και η τσαντίλα μίσος.
μίσος για την αποτυχημένη μέθοδο.
δεν ήξερε τι φοβόταν περισσότερο.
ότι δεν βρήκε λύση ή ότι βγήκε πάλι στο ίδιο σημείο.
το ίδιο σημείο επαναλήφθηκε πάλι 3-4 φορές.
το ίδιο σημείο επαναλήφθηκε πάλι 3-4 φορές.
το ίδιο σημείο επαναλήφθηκε πάλι 3-4 φορές.
το ίδιο σημείο επαναλήφθηκε πάλι 3-4 φορές.
έφτασε σε ένα αδιέξοδο όπου η τσαντίλα και το μίσος είχαν εξασθενίσει.
ήθελε απλά να τελειώσει.
σκεφτόταν ότι θα μπορούσε να μην νοιαστεί για τα άλματα.
η βασική ιδέα παραμένει η ίδια.
είχε και υποχρεώσεις.
έπρεπε να το τελειώσει.
όμως δεν μπορούσε.
αποφάσισε να κάνει διάλειμα.
κατέβηκε τις σκάλες.
βρήκε το μπαλκόνι.
εκεί,ήταν όλοι αυτοί που έψαχνε.
πήγε και κάθισε μαζί τους.παρακολουθούσε την θέα.
ήταν υπέροχα.
όμως το υπέροχο ήταν άδειο.
ήθερε ότι έπρεπε να πά πάνω να λύσει το πρόβλημα.
κι ας τον κράταγε η ηδονή του θεάματος αποφάσισε να ανέβει.
καθώς ανέβαινε,είδε τα χαμένα σχέδια,να έχουνε καλύψει τις προκαθορισμένες θέσεις και να βρίσκει πάντοτε μια χαραμάδα να χώσει κάποιο.
ήθελε να ξεκινήσει να γράφει.
ένιωθε ότι το χέρι του απέκτησε περισσότερη άνεση.
ένιωθε ότι θα έγραφε με μεγαλύτερη ευκρίνεια και διαύγεια.
σε λίγο θα μπορούσε να γράψει μόνος του ότι ήθελε και να το διάβαζαν τα παιδιά.
μέχρι τότε όμως,ότι έγραφε μπορούσε να το δεί μονάχα ο ίδιος.
θάρρος,θράσος και θέρμη τον είχαν καταβάλλει.
είχει πάλι αυτήν την οξυδέρκεια που χρειαζόταν.
πήρε καινούργιο χαρτί.
άλλο χαρτί.διαφορετικό.
έπρεπε πάντα να ξεκινά αλλιώς.
όποτε κάτι του θύμιζε κάτι από μια παλιά μέθοδο,αλαφιαζόταν.
αμηχανία και αδράνεια καταλάμβαναν το είναι του.
αφού ξέρει ότι ωσαν μπεί στο αυλάκι που δημιούργησε παλαιότερα,δεν υπάρχει άλλη διέξοδο.
πρέπει να ξανααρχίσει.όσο το δυνατόν γρηγορότερα.
έτσι είχε κάνει και σήμερα.
αποφάσισε το χαρτί να είναι η πέτρα.
πρέπει να τα καταφέρει αυτήν την φορά.
αλλιώς η λήθη θα του φάει το τελευταίο δευτερόλεπτο από τα χρόνια που δεν υπήρχαν προβλήματα.
που όλα ήταν ζωντανά και αυθεντικά. και κυρίως ο ίδιος.
ήταν κύριος του εαυτού του.
όσο δεν βρίσκει λύση στο πρόβλημα,όσο αποτυγχαίνει να φέρει την ισορροπία
τόσο πιο δύσκολη θα είναι η ευηρεμία.σιγή.ούτε μια φωνούλα να ουρλιάζει από μέσα του.
αν δεν τα κατάφερνε,θα βρισκόταν σε πολύ χειρότερη θέση.
πήρε το γραφίτη,και έμπιξε την μυτερή του άκρη στο δάχτυλό του.
άρχισε να τρέχει αίμα.έπιασε τον δείκτη σαν μολύβι,και άρχισε να γράφει πάνω στην πέτρα.
ή όχι.
δεν έγραφε.ζωγράφιζε.
ζωγράφισε δύο πρόσωπα.
το ένα είχε κόκκινα μάγουλα,το άλλο γελούσε ανέμελα και τον κοιτούσε.
το ένα είχε μαλλί σα μπάλα,το άλλο μακρυά καστανά μαλλιά που έφταναν ως τα πόδια του.
χαμογέλασε λίγο.
και ξάφνου,είδε το ένα πρόσωπο να χαμογελά και αυτό.
ήξερε ότι είναι τόσο κοντά.
δεν έπρεπε να κάνει πίσω τώρα.
ήταν διαφορετικό,και όμορφο.
ήταν από τις λίγες φορές,που ένιωθε το άγγιγμα από αυτό το ψεύτικο κατασκεύασμα.
μήπως δεν ήταν ψεύτικο?

Dødheimsgard - Carpet Bombing

αυτό ήλπιζε και εκλιπαρούσε,και για αυτό προσευχόταν,μέρα νύχτα.
να βρεί μια απόδειξη,έστω μια ένδειξη,ότι όλα όσα θυμόταν να κάνει μικρός,είναι υπαρκτά.
ότι είναι ζωντανός.
ότι το χαμόγελο που έβλεπε να αντανακλά στη λιμνούλα,
δεν είναι αποτέλεσμα αντιδράσεων.
και ήταν τόσο κοντά σε αυτό.
έβλεπε το πρόσωπο να χαϊδεύει τα μακρυά μαλλιά της και αναρωτιόταν αν αυτό το είχε ζωγραφίσει.
αναρωτιόταν αν αυτό που έβλεπε ήταν πραγματικό,ψεύτικο ή φαντασία.
παρατηρούσε το πρόσωπό του.
είχε ένα ήρεμο βλέμα.
που και που,κοίταζε προς το μέρος του,σαν να ήθελε να του πεί κάτι.
την 3η φορά,παρατήρησε ότι κουνούσε το στόμα του.
έλεγε "εικονική διέξοδος"
τραντάχτηκε!
συνειδητοποίησε τι πήγαινε να κάνει.
ήθελε να δημιουργήσει έρωτα.
και ο έρωτας,θα τον τύφλωνε,και θα τον έκανε να έχει όμορφη ζωή.
όμως,
το ερώτημα δεν θα είχε απαντηθεί.
η μέθοδος δεν θα άλλαζε.
και είχε καταστρώσει υποσυνείδητα,αυτό το δόλιο σχέδιο,για να καταφέρει να νικηθει το πάθος του.
αυτά σκεφτόταν,και κοιταζόταν στη λιμνούλα από νερό βουνού που είχε μεγαλώσει.
έβλεπε στα μάτια.
ηρεμία.
ήταν ήρεμος.
φαινόταν ήρεμος.
τα μάτια του εξέπεμπαν ηρεμία.
ένιωθε ότι είναι κάτι σημαντικό αυτό.
εκείνη τη στιγμή όμως,συνδίασε τις σκέψεις αυτές.
η τάση προς την οκνηρία και την αδράνεια,έιχε κατοστρώσει σχέδιο ώστε να πάρει το μυαλό του από τις σκέψεις που τον βασάνιζαν και έπρεπε να λύσει.
ο ίδιος εξέπεμπε ηρεμία.
αυτό ήταν.
ανατρίχιασε ολόκληρος.
χτύπησε το χέρι στην πέτρα.
και σηκώθηκε να κατέβει στο μπαλκόνι.
κατέβηκε τις σκάλες,σκίζοντας τα ρούχα του,και φωνάζοντας
"ΘΕΕ ΜΟΥ!ΒΑΛΕ ΦΩΤΙΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ!
ΑΥΤΗ Η ΗΡΕΜΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΛΙΑΣΗ"
αυτή η ηρεμία ήταν νιρβάνα, αδράνεια, οκνηρία.
σκοτοδίνη στο μυαλό του τον απέτρεπε από το να σκεφτεί σωστά.
ήταν έτοιμος να πηδήξει από το μπαλκόνι.
κάτω στο κενό.
πίστευε ότι την ηρεμία που έιχε
την είχε κερδίσει από τα χρόνια που είχε περάσει κλειδωμένος στο πέτρινο πατάρι.
αλλά όχι.
δεν ήταν αυτό.
το ήξερε κατά βάθος ότι τόσο καιρό δεν είχε καταφέρει και τίποτα.
ήταν απλά η αρχή μιας πορείας που επειδή είχε τους περιορισμούς λόγω του αναπάντητου ερωτήματος, είχε μικρότερη εμβέλεια.
όμως νόμιζε, ότι είχε εμπειρία, και η εμπειρία του έδινε ηρεμία.
λάθος.
μέγα λάθος.
όταν το ανακάλυψε είχε ακόμα ελάχιστες γνώσεις για να συνειδητοποιήσει την βαρύτητα του προβλήματος.
όμως υπέθεσε την σημαντικότητα.
και για αυτό βρισκόταν μόνος και γυμνός στο μπαλκόνι.
τα χέρια του, μαύρα από τον γραφίτη.
τα ρούχα του, βρώμικα και άσχημα πιά.
όμως δεν είχε χρόνο για τέτοια.

the need


I am Paul
I am Fiction
I am Created from fulfilling the need of sharing

people are strange - infected mushroom & the doors

you were so
stragne
and so strong.

but honestly.

I promise.
Next time.

I will be stranger
and stronger